Ενοποίηση της Γερμανίας (1871)
Με τον όρο Γερμανική ενοποίηση εννοούμε το εθνικό κίνημα που εξελίχθηκε στην διάρκεια του 19ου αιώνα και αφορούσε την ενοποίηση του γερμανικού χώρου, στον οποίο συνυπήρχαν δύο ισχυρά κράτη, η Αυστρία και η Πρωσία, καθώς και πολλά μικρά κρατίδια του γερμανικού χώρου. Η ιδέας της πολιτικής ενοποίησης άρχισε να συζητείται στα χρόνια της Ναπολεόντειας κατοχής, ισχυροποιήθηκε μέσω των εθνικιστικών κινημάτων των επαναστάσεων του 1848 στον χώρο της Γερμανίας και τελικά υλοποιήθηκε από τις κινήσεις της Πρωσίας και την ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.
Η επίσημη ένωση της Γερμανίας σε ένα πολιτικά και διοικητικά ολοκληρωμένο εθνικό κράτος έγινε στις 18 Ιανουαρίου 1871 στην Αίθουσα των Καθρεπτών στο Παλάτι των Βερσαλλιών. Εκεί, μετά τη γαλλική συνθηκολόγηση στο Γαλλοπρωσικό Πόλεμο συγκεντρώθηκαν πρίγκιπες των γερμανικών κρατών για να διακηρύξουν τον Γουλιέλμο Α' της Πρωσίας Αυτοκράτορα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Ανεπίσημα, η μετάβαση του μεγαλύτερου μέρους του γερμανόφωνου πληθυσμού σε μια ομόσπονδη οργάνωση κρατών επήλθε με την πάροδο σχεδόν ενός αιώνα πειραματισμού.
Το 1815 σύμφωνα με το Συνέδριο της Βιέννης ιδρύεται με τη μορφή χαλαρής ένωσης, η Γερμανική Συνομοσπονδία. Ακολούθησε, το 1818, με πρωτοβουλία της Πρωσίας, ο Γερμανικός Τελωνειακός Όμιλος Zollverein, που επεκτάθηκε προκειμένου να συμπεριλάβει και να ενοποιήσει οικονομικά μεγάλο τμήμα της Γερμανικής Συνομοσπονδίας, αποκλείοντας, ωστόσο, την Αυστρία, τον μεγάλο ανταγωνιστή της Πρωσίας στον γερμανικό χώρο. Δημιουργήθηκε, έτσι, μία ισχυρή βάση στην οποία θα μπορούσε να θεμελιωθεί η ενοποίηση, έχοντας ουσιαστικά καλύψει σημαντικό κομμάτι στην οικονομική ολοκλήρωση της Γερμανίας.
Ο γερμανικός δυϊσμός μεταξύ Πρωσίας και Αυστρίας, και η ανάγκη εθνικής ενοποίησης των Γερμανών εμφανίζεται στις Γερμανικές επαναστάσεις του 1848-49, όπου αναδείχτηκαν δύο λύσεις στο πρόβλημα της ενοποίησης: η λύση της Μικρής Γερμανίας (KleindeutscheLösung), σύμφωνα με την οποία το γερμανικό έθνος θα αποτελούνταν από τα Γερμανικά κρατίδια της Γερμανικής Συνομοσπονδίας και την Πρωσία, και τη λύση της Μεγάλης Γερμανίας (GroßdeutscheLösung), η οποία θα αποτελούνταν και από την Αυστρία. Οι επαναστάσεις του 1848 αποτυγχάνουν, η Αυστριακή Αυτοκρατορία απορρίπτει το σχέδιο της Μεγάλης Γερμανίας λόγω του πολυεθνικού χαρακτήρα της (και την αποφυγή ρήξης με τις άλλες εθνικές ομάδες). Παρόλα αυτά το όραμα της Μικρής Γερμανίας παραμένει η επίτευξη του οποίου γίνεται τα επόμενα χρόνια στόχος της Πρωσικής πολιτικής.
Η ανάδειξη του Ότο φον Μπίσμαρκ ως πρωθυπουργού της Πρωσίας (Ministerpräsident) επιτάχυνε τις εξελίξεις. Θέτοντας ως ζήτημα άμεσης προτεραιότητας τη γερμανική ενοποίηση υπό τη πρωσική ηγεμονία, ο Μπίσμαρκ επεδίωξε τη σύγκρουση με την Αυστρία και τη σταδιακή ενοποίηση της Γερμανίας. Η ενσωμάτωση των γερμανικών περιοχών είχε σταδιακό χαρακτήρα, καθώς ο Μπίσμαρκ επιθυμούσε την αποφυγή αντιδράσεων από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Η σταδιακή κατάτμηση των γερμανικών περιοχών και προσάρτηση τους στην Συνομοσπονδία (διαδικασία που ονομάστηκε Σαλαμοποίηση) βοηθούσε επίσης στην ομαλή ενσωμάτωση του πληθυσμού.
Οι πρώτες κινήσεις του Μπίσμαρκ για τη Γερμανική ενοποίηση αφορούν στην προσάρτηση βορείων γερμανικών εδαφών που διεκδικούνταν από τη Δανία.
Συγκεκριμένα, όταν ο Κρίστιαν Θ' στέφθηκε βασιλιάς της Δανίας, επιδίωξε να προσαρτήσει τα ανεξάρτητα δουκάτα Σλέσβιχ και Χολστάιν, ανακηρύσσοντάς τα εδάφη της Δανίας. Η κίνηση αυτή παραβίασε ευθέως το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1852, σύμφωνα με το οποίο τα εδάφη της Δανίας είχαν οριστεί ξεκάθαρα και δεν περιλάμβαναν τα δύο δουκάτα. Επιπλέον, οι πληθυσμοί του Σλέσβιχ-Χολστάιναυτοπροσδιορίζονταν ως γερμανικοί πληθυσμοί και δεν επιθυμούσαν την προσάρτηση τους στη Δανία. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στο Χολστάιν μιλούσε γερμανικά και είχε γερμανική καταγωγή, ενώ παρόμοια ήταν η κατάσταση και στο δουκάτο του Σλέσβιχ, με μεγαλύτερη όμως Δανική μειονότητα. Όσες διπλωματικές προσπάθειες ακολουθούσαν και αφορούσαν στην άρση αυτής της απόφασης από τη Δανία (κυρίως από τη Βρετανία που ήθελε να διατηρήσει την ισορροπία στην περιοχή), οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο.
Ο Μπίσμαρκ, εκμεταλλευόμενος τη διπλωματική κρίση που είχε προκύψει, κήρυξε πόλεμο στη Δανία πυροδοτώντας τον Δεύτερο Πόλεμο του Σλέσβιχ. Τα συμμαχικά Πρωσικά και Αυστριακά στρατεύματα διέσχισαν τα σύνορα του Σλέσβιχ την 1η Φεβρουαρίου 1864. Οι Δανοί ήταν εύκολος στόχος, καθώς δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τη συνδυασμένη δύναμη δύο μεγάλων κρατών της εποχής, ούτε μπορούσαν να βασιστούν σε συμμαχίες με άλλα Σκανδιναβικά κράτη (καθώς είχαν παραβιάσει τα Πρωτόκολλα). Ο πόλεμος τελείωσε ύστερα από λίγους μήνες, με την ολοκληρωτική ήττα των Δανών και τις δύο νικήτριες χώρες να ανακτούν τον έλεγχο των δύο δουκάτων, τα οποία έκτοτε θα αποτελούσαν το Διαμέρισμα Σλέσβιχ-Χολστάιν, με την συνθήκη που υπογράφηκε στη Βιέννη στις 30 Οκτωβρίου 1864 (Συνθήκη της Βιέννης).
Με την καθιέρωση μιας Γερμανίας χωρίς την Αυστρία, η πολιτική και διοικητική ενοποίηση το 1871, τουλάχιστον προσωρινά, έλυσε το πρόβλημα του δυϊσμού. Η Γερμανική ενοποίηση ανέδειξε μία νέα κυρίαρχη δύναμη στο πολιτικό σκηνικό, ανατρέποντας την ισορροπία στο Ευρωπαϊκό σύστημα και επισκιάζοντας τις δύο προηγούμενες ευρωπαϊκές δυνάμεις, τη Γαλλία και τη Βρετανία. Η Γερμανία κατέχει πλέον δεσπόζουσα θέση στον ευρωπαϊκό χώρο κάτι που γίνεται ξεκάθαρο στο Συνέδριο του Βερολίνου. Ο ρόλος της Γερμανίας μετά την ενοποίηση της και μέχρι την παραίτηση του Μπίσμαρκ το 1890, θα είναι εξισορροπιστικός. Ο Μπίσμαρκ επιχειρεί να διατηρήσει την ισορροπία μέσω περίπλοκων, δεσμευτικών συνθηκών μεταξύ των κρατών (π.χ Λίγκα Τριών Αυτοκρατόρων). Όπως παρατηρεί ο ιστορικός Π. Τσακαλογιάννης: “Η βασική φιλοσοφία του μπισμαρκικού ευρωπαϊκού συστήματος ήταν να δημιουργήσει ένα "δίχτυ" στο οποίο θα εγκλωβίζονταν όλες οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, ώστε καμία να μην μπορεί να αυτονομηθεί και να απειλήσει το statusquo”.

