Λητώ
Στην ελληνική μυθολογία, η Λητώ (ή Λατώ στη δωρική διάλεκτο) είναι κόρη των Τιτάνων Κοίου και Φοίβης. Από τον Δία γέννησε τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. Στη ρωμαϊκή μυθολογία, η αντίστοιχη θεότητα της Λητούς είναι η Λατόνα.
Η Λητώ ήταν η κύρια θεότητα στην Ανατολική Λυκία, ενώ την καταγωγή της διεκδικούσαν και οι κάτοικοι της Κω. Το ιερό της, το Λητώον, ένωνε τις πόλεις-κράτη της Λυκίας μεταξύ τους. Λατρευόταν με τα επίθετα Κοιογένεια, Φυστίη και Εκδυσία.
Όταν η Ήρα έμαθε ότι η Λητώ ήταν έγκυος από το Δία, απαγόρευσε στη Λητώ να γεννήσει σε στεριά και σε οποιοδήποτε μέρος κάτω από τον ήλιο. Σύμφωνα με έναν μύθο, όχι και τόσο διαδεδομένο, η Λητώ ήρθε από τη γη των Υπερβορείων με τη μορφή λύκαινας, αναζητώντας τη «χώρα των λύκων», τη Λυκία[6]. Ο πιο διαδεδομένος μύθος λέει ότι όταν η Λητώ έφτανε να γεννήσει, φάνηκε ένα μικρό νησί μέσα στη θάλασσα, η Δήλος, όπου κατάφερε να γεννήσει πρώτα την Άρτεμη κι έπειτα τον Απόλλωνα.
Κατά τον Οβίδιο, μετά τη γέννηση των διδύμων, η Λητώ περιπλανήθηκε και έφτασε μέχρι τη Λυκία, όπου δεν έγινε δεκτή και με την καλύτερη υποδοχή. Όταν πήγε να πιει νερό από μια λίμνη, οι κάτοικοι της το απαγόρευσαν, αναμοχλεύοντας τη λάσπη στο βυθό της λίμνης. Τότε η Λητώ τους μεταμόρφωσε σε βατράχια για την έλλειψη φιλοξενίας που έδειξαν, ώστε να ζουν πάντα καταδικασμένοι στα λασπώδη νερά των ποταμών και των λιμνών.

